Modern Greek Verbs

-βιβάζω

άγομαι

άγω

άδω

άπτομαι

άρχω

έλκω

έπρεπε

έρευσα

έρπω

έρχομαι

έρχομαι στα χέρια

έστω

έχοντας

έχω

έχω ακουστά

ίπταμαι

αίρομαι

αίρω

αβανεύω

αβανιάζω

αβαντάρω

αβαντζάρω

αβαράρω

αβγατίζομαι

αβγατίζω

αβγαταίνω

αβγατισμένος

αβγοκομμένος

αβγοκόβω

αβδελλιάζω

αβλεπτώ

αβροδιαιτώμαι

αγάλλομαι

αγαθεύω

αγαθοφέρνω

αγαλλιάζω

αγανακτισμένος

αγανακτώ

αγανοϋφαίνω

αγαντάρω

αγαπάω

αγαπίζω

αγαπημένος

αγγέλλομαι

αγγέλλω

αγγίζομαι

αγγίζω

αγγαρεμένος

αγγαρεύομαι

αγγαρεύω

αγγελιάζομαι

αγγελμένος

αγγελοβλέπω

αγγελοθωρώ

αγγελοκρούομαι

αγγελοκρούω

αγγελοσκιάζω

αγγιγμένος

αγγλίζω

αγγλοκρατούμαι

αγγλοποιημένος

αγγλοποιώ

αγγλοφέρνω

αγγριφίζω

αγιάζομαι

αγιάζω

αγιασμένος

αγιογραφημένος

αγιογραφώ

αγιοκατατάσσομαι

αγιοκατατάσσω

αγιοποιημένος

αγιοποιούμαι

αγιοποιώ

αγκαζάρομαι

αγκαζάρω

αγκαζαρισμένος

αγκαθιάζω

αγκαθώνω

αγκαλιάζομαι

αγκαλιάζω

αγκαλιασμένος

αγκιστρωμένος

αγκιστρώνομαι

αγκιστρώνω

αγκομαχάω

αγκουσεύω

αγκριώνω

αγκυλώνω

αγκυροβολώ

αγκωνιάζω

αγκώνω

αγλαΐζω

αγνίζω

αγναντεύω

αγνοημένος

αγνοούμαι

αγνοούμενος

αγνοώ

αγνωμονώ

αγοράζομαι

αγοράζω

αγορασμένος

αγορεύω

αγοροφέρνω

αγουροθερίζω

αγουροξυπνώ

αγουροφέρνω

αγρεύω

αγριεμένος

αγριεύομαι

αγριεύω

αγριοκοιτάζομαι

αγριοκοιτάζω

αγριοκοιταγμένος

αγριομιλώ

αγριώνω

αγρυπνισμένος

αγρυπνώ

αγυρντίζω

αγχωμένος

αγχώνομαι

αγχώνω

αγωγιάζω

αγωνίζομαι

αγωνιώ

αγωνοθετώ

αγωροφέρνω

αδειάζω

αδειασμένος

αδειοδοτώ

αδελφωμένος

αδελφώνω

αδερφωμένος

αδημονώ

αδιαβροχοποιώ

αδιαθετώ

αδιαφορώ

αδικημένος

αδικοπραγώ

αδικούμαι

αδικώ

αδολεσχώ

αδράχνω

αδρανοποιημένος

αδρανοποιούμαι

αδρανοποιώ

αδρανώ

αδροπληρώνω

αδυνατίζω

αδυνατισμένος

αδυνατώ

αερίζομαι

αερίζω

αεριοποιώ

αεροβατώ

αεροκοπανίζω

αερολογώ

αερομαχώ

αερομεταφερόμενος

αεροποιώ

αεροφωτογραφίζομαι

αεροφωτογραφίζω

αεροφωτογραφούμαι

αηδιάζω

αηδιασμένος

αηδονολαλώ

αθανατίζω

αθεΐζω

αθετώ

αθλοθετώ

αθροίζω

αθυμώ

αθωώνομαι

αθωώνω

αιδούμαι

αιθεροβατώ

αιθριάζω

αιμάσσω

αιματοβάφω

αιματοβαμμένος

αιματοκυλίζω

αιματοκυλώ

αιματώνω

αιμολύω

αιμορραγώ

αιμορροώ

αινώ

αισθάνομαι

αισθηματολογώ

αισθητοποιώ

αισιοδοξώ

αισχροκερδώ

αισχρολογώ

αισχύνομαι

αιτιάζομαι

αιτιολογώ

αιτιώμαι

αιτούμαι

αιτώ

αιφνιδιάζω

αιχμαλωτίζω

αιωρούμαι

αιωρώ

ακαματεύω

ακεραιώνω

ακινητοποιώ

ακινητώ

ακκίζομαι

ακμάζω

ακολασταίνω

ακολουθούμαι

ακολουθώ

ακομπανιάρομαι

ακομπανιάρω

ακονίζω

ακοντίζω

ακοστάρω

ακουμπάω

ακούγομαι

ακούω

ακριβαίνω

ακριβοεξετάζω

ακριβολογώ

ακριβοπληρώνομαι

ακριβοπληρώνω

ακριβοπουλώ

ακριτολογώ

ακροάζομαι

ακροβάτησα

ακροβατώ

ακροβολίζομαι

ακροπατώ

ακροώμαι

ακρωτηριάζω

ακτινοβολώ

ακτινογραφώ

ακτινοσκοπώ

ακτοπλοώ

ακυρώνω

αλέθω

αλαζονεύομαι

αλαλάζω

αλαλιάζω

αλαργεύω

αλατίζω

αλατισμένος

αλατοπιπερώνω

αλαφιάζω

αλαφιασμένος

αλαφροζυγιάζομαι

αλαφροπατώ

αλγώ

αλείφομαι

αλείφω

αλεγράρω

αλετρίζω

αλευρογυρίζω

αλευροκοσκινίζω

αλευροπασπαλίζω

αλευροποιώ

αλευροσακιάζω

αλευροσταυρώνω

αλευρωμένος

αλευρώνω

αληθεύω

αλητεύω

αλιεύω

αλλάζομαι

αλλάζω

αλλαξοδρομώ

αλλαξοπιστώ

αλληγορώ

αλληθωρίζω

αλληλεπιδρώ

αλληλεπικοινωνώ

αλληλοαπάγομαι

αλληλοβοηθούμαι

αλληλοβρίζομαι

αλληλογραφώ

αλληλοκατηγορούμαι

αλληλοκοιτάζομαι

αλληλοπαντρεύομαι

αλληλοσκοτώνομαι

αλληλοσπαράζομαι

αλληλοσυγκρουόμενος

αλληλοσυγκρούομαι

αλληλοσυμπληρώνομαι

αλληλοσυνδέω

αλληλοτρώγομαι

αλληλοϋποστηρίζομαι

αλλοιώνω

αλλοτριώνω

αλμυρίζω

αλυσοδένομαι

αλυσοδένω

αλυσοδεμένος

αλυσώνω

αλυχτώ

αλφαδιάζω

αλωνίζω

αλώνω

αμαλγαμώνω

αμαρτάνω

αμαυρώνω

αμβλύνω

αμείβω

αμελώ

αμερικανίζω

αμερικανοκρατούμαι

αμεροληπτώ

αμιλλώμαι

αμνηστεύω

αμολάω

αμπαλάρομαι

αμπαλάρω

αμπαρώνω

αμποδένω

αμπραγιάρω

αμπώχνω

αμφιβάλλω

αμφιλεγόμενος

αμφιρρέπω

αμφισβητώ

αμφιταλαντεύομαι

αμύνομαι

ανάβομαι

ανάβω

ανάγομαι

ανάγω

ανέρχομαι

ανέχομαι

ανήκω

ανίσταμαι

αναβάλλομαι

αναβάλλω

αναβαθμίζω

αναβαθμολογώ

αναβαλλόμενος

αναβαπτίζομαι

αναβαπτίζω

αναβαστάζω

αναβιβάζω

αναβιώνω

αναβλέπω

αναβλύζω

αναβοσβήνω

αναβοώ

αναβράζω

αναγέρνω

αναγαλλιάζω

αναγγέλλομαι

αναγγέλλω

αναγγελμένος

αναγελώ

αναγεννημένος

αναγεννώ

αναγεννώμαι

αναγιγνώσκω

αναγκάζομαι

αναγκάζω

αναγλείφομαι

αναγνωρίζομαι

αναγνωρίζω

αναγνωρισμένος

αναγομώνω

αναγορεύομαι

αναγορεύω

αναγουλιάζω

αναγράφομαι

αναγράφω

αναγραμματίζω

αναγυρίζω

αναδένω

αναδέχομαι

αναδίδω

αναδασώνω

αναδεικνύομαι

αναδεικνύω

αναδεύω

αναδημιουργημένος

αναδημιουργώ

αναδημοσιεύω

αναδιανέμω

αναδιαρθρώνω

αναδιορίζω

αναδιοργανώνω

αναδιπλασιάζω

αναδιπλώνομαι

αναδιπλώνω

αναδιφώ

αναδομώ

αναδύομαι

αναζητάω

αναζητημένος

αναζητούμαι

αναζωογονούμαι

αναζωογονώ

αναζωπυρώ

αναζωπυρώνω

αναθάλλω

αναθέτω

αναθαρρεύω

αναθαρρύνω

αναθαρρώ

αναθεματίζω

αναθεματισμένος

αναθεμελιώνω

αναθερμαίνω

αναθεωρώ

αναθυμάμαι

αναθυμίζω

αναιρώ

αναισθητοποιώ

αναισθητώ

ανακάθομαι

ανακάμπτω

ανακαθίζω

ανακαινίζω

ανακαλύπτομαι

ανακαλύπτω

ανακαλώ

ανακαταλαμβάνω

ανακατανέμω

ανακατασκευάζω

ανακατατάσσω

ανακατεύομαι

ανακατεύω

ανακεφαλαιώνω

ανακηρύσσω

ανακινώ

ανακλαδίζομαι

ανακλασμένος

ανακλώ

ανακλώμαι

ανακλώμενος

ανακοινώνω

ανακουφίζομαι

ανακουφίζω

ανακράζω

ανακρίνομαι

ανακρίνω

ανακρεμώ

ανακριβολογώ

ανακρούομαι

ανακρούω

ανακτημένος

ανακτώ

ανακυκλώνομαι

ανακυκλώνω

ανακόπτομαι

ανακόπτω

ανακύπτω

αναλάμπω

αναλίσκομαι

αναλίσκω

αναλαμβάνομαι

αναλαμβάνω

αναλογίζομαι

αναλογώ

αναλύομαι

αναλύω

αναλώ

αναλώνω

αναμένω

αναμαλλιάζομαι

αναμαλλιάζω

αναμαλλιασμένος

αναμασώ

αναμειγνύω

αναμερίζω

αναμεταδίδω

αναμετριέμαι

αναμετρώ

αναμηρυκάζω

αναμισθώνω

αναμμένος

αναμορφώνω

αναμοχλεύω

αναμπαίζω

ανανήφω

ανανεώνομαι

ανανεώνω

ανανογιέμαι

αναξέω

αναξαίνω

αναξιοπαθώ

αναπάλλομαι

αναπάλλω

αναπέμπω

αναπαλαιώνω

αναπαράγω

αναπαριστάνομαι

αναπαριστάνω

αναπαύομαι

αναπαύω

αναπεταρίζω

αναπετώ

αναπηδώ

αναπιάνω

αναπλάθω

αναπλέκω

αναπλέω

αναπλειστηριάζω

αναπληρώνομαι

αναπληρώνω

αναπνέω

αναποδίζω

αναποδιάζω

αναποδογυρίζω

αναπολώ

αναπροσαρμόζω

αναπτερώνω

αναπτύσσομαι

αναπτύσσω

αναπυρώνομαι

αναπυρώνω

αναριγώ

αναριεύω

αναρπάζω

αναρριπίζω

αναρριχώμαι

αναρροφώ

αναρρυθμίζω

αναρρώνω

αναρτημένος

αναρτώ

αναρχούμαι

αναρωτιέμαι

αναρωτώ

ανασέρνω

ανασαίνω

ανασαλεύω

ανασηκώνω

ανασκάπτομαι

ανασκάπτω

ανασκαλεύω

ανασκευάζω

ανασκιρτώ

ανασκολοπίζω

ανασκοπώ

ανασκουμπώνομαι

ανασκουμπώνω

ανασπάζομαι

ανασπώ

αναστέλλομαι

αναστέλλω

ανασταίνομαι

ανασταίνω

αναστατώνω

αναστενάζω

αναστηλώνω

αναστομώνω

αναστρέφω

αναστυλώνω

ανασυγκροτώ

ανασυνδέω

ανασυνθέτω

ανασυνιστώ

ανασυντάσσω

ανασυστήνω

ανασχηματίζω

ανασύρω

ανατάσσω

ανατέλλω

ανατέμνω

αναταράζω

ανατείνω

ανατιμώ

ανατινάζομαι

ανατινάζω

ανατοκίζω

ανατοποθετώ

ανατρέπω

ανατρέφω

ανατρέχω

ανατραπήκανε

ανατριχιάζω

ανατροφοδοτώ

ανατυπώνω

αναφέρομαι

αναφέρω

αναφαίνομαι

αναφλέγομαι

αναφλέγω

αναφουφουλιάζω

αναφτερουγίζω

αναφυσώ

αναφυτεύομαι

αναφυτεύω

αναφωνώ

αναφύομαι

αναχαιτίζω

αναχαράζω

αναχωματίζω

αναχωματώνω

αναχωνεύω

αναχωρώ

αναχώνω

αναψηλαφώ

αναψοκοκκίνησα

αναψοκοκκινίζω

αναψυχώνω

αναψύχω

ανδραγαθώ

ανδρειώνομαι

ανδρειώνω

ανδροκρατούμαι

ανδρώνομαι

ανδρώνω

ανεβάζομαι

ανεβάζω

ανεβαίνω

ανεβοκατεβάζω

ανεβοκατεβαίνω

ανεγείρω

ανελκύομαι

ανελκύω

ανεμίζω

ανεμοδέρνω

ανεμοσκορπίζω

ανεμπαίζω

ανεξαρτητοποιώ

ανεξαρτοποιώ

ανεξικακώ

ανερευνώ

ανερχόμενος

ανευρίσκω

ανευφημώ

ανεφοδιάζω

ανησυχώ

ανηφορίζω

ανθίζομαι

ανθίζω

ανθίσταμαι

ανθισμένος

ανθοβολώ

ανθολογώ

ανθοστολίζω

ανθοφορώ

ανθρακεύω

ανθρωπεύομαι

ανθρωπεύω

ανθρωπομορφίζω

ανθυπομειδιώ

ανιδρύομαι

ανιδρύω

ανιστορώ

ανιχνεύομαι

ανιχνεύω

ανοίγομαι

ανοίγω

ανοηταίνω

ανοιγμένος

ανοιγοκλείνω

ανοικοδομώ

ανορθογραφώ

ανορθώνω

ανορύσσω

ανοσιουργώ

ανοσοποιώ

ανοσταίνω

αντέχω

αντίκειμαι

ανταγαπώ

ανταγωνίζομαι

ανταδικώ

ανταλλάσσω

ανταμείβω

ανταμώνω

αντανακλώ

ανταπαιτώ

ανταπαντώ

ανταπεξέρχομαι

ανταπεργώ

ανταποδίδω

ανταποδεικνύω

ανταποκρίνομαι

ανταριάζω

ανταριασμένος

ανταρτεύω

αντασφαλίζω

αντασφαλισμένος

αντεγγυώμαι

αντεκδικούμαι

αντενδείκνυμαι

αντενεργώ

αντεπαναστατώ

αντεπιτίθεμαι

αντεύχομαι

αντηχώ

αντιβαίνω

αντιβγαίνω

αντιβουίζω

αντιβοώ

αντιγνωμώ

αντιγράφομαι

αντιγράφω

αντιδανείζω

αντιδιαστέλλω

αντιδικώ

αντιδονώ

αντιδρώ

αντιζυγιάζω

αντιθέτω

αντικαθιστώ

αντικαθρεφτίζω

αντικαταβάλλω

αντικατεστημένος

αντικατοπτρίζω

αντικατοπτρισμένος

αντικειμενοποιώ

αντικρίζω

αντικρισμένος

αντικρούομαι

αντικρούω

αντικόβω

αντιλάμπω

αντιλέγω

αντιλαλώ

αντιλαμβάνομαι

αντιλογίζω

αντιλογώ

αντιμάχομαι

αντιμεταθέτω

αντιμετριέμαι

αντιμετωπίζω

αντιμιλώ

αντιπαθώ

αντιπαλεύω

αντιπαρέρχομαι

αντιπαρέχω

αντιπαραβάλλω

αντιπαραθέτω

αντιπαρατάσσω

αντιπερνώ

αντιποιούμαι

αντιπολιτεύομαι

αντιπράττω

αντιπροσκαλώ

αντιπροσφέρω

αντιπροσωπεύομαι

αντιπροσωπεύω

αντιπροτείνω

αντιπυροβολώ

αντιστέκομαι

αντισταθμίζω

αντιστηρίζω

αντιστοιχίζω

αντιστοιχώ

αντιστρέφομαι

αντιστρέφω

αντιστρατεύομαι

αντιστυλώνω

αντιτάσσομαι

αντιτάσσω

αντιτίθεμαι

αντιτείνω

αντιφάσκω

αντιφέγγω

αντιφεγγίζω

αντιφρονώ

αντιφωνώ

αντιχαιρετίζω

αντιχαιρετώ

αντιχτυπώ

αντλημένος

αντλώ

αντραλίζω

αντρειεύω

αντροκαλώ

αντροφέρνω

αντρώνομαι

ανυμνώ

ανυπομονώ

ανυψώνω

ανωνυμογραφώ

αξίζω

αξαίνω

αξιολογώ

αξιοποιώ

αξιώνομαι

αξιώνω

αοριστολογώ

απάγω

απάδω

απέρχομαι

απέχω

απαγγέλλω

απαγγελμένος

απαγκειάζω

απαγκιστρώνω

απαγορευμένος

απαγορεύομαι

απαγορεύω

απαγχονίζομαι

απαγχονίζω

απαθανατίζω

απαισιοδοξώ

απαιτούμαι

απαιτούμενος

απαιτώ

απαλείφομαι

απαλείφω

απαλλάσσομαι

απαλλάσσω

απαλλαγμένος

απαλλοτριώνω

απαλύνομαι

απαλύνω

απαμβλύνω

απανθρακώνω

απαντάω

απαντέχω

απαντημένος

απαξιώ

απαξιώνω

απαρέσκω

απαριθμώ

απαρνούμαι

απαρτίζω

απαρχαιωμένος

απαρχαιώνομαι

απαρχαιώνω

απασβεστώνω

απαστράπτω

απασχολημένος

απασχολούμαι

απασχολώ

απατημένος

απατιέμαι

απατώ

απατώμαι

απαυγάζω

απαυδώ

απαυτώνω

απεγκλωβίζω

απεθνικοποιώ

απειθαρχώ

απειθώ

απεικάζω

απεικονίζω

απειλούμαι

απειλώ

απεκδύομαι

απεκκρίνω

απελαύνω

απελευθερωμένος

απελευθερώνω

απελπίζομαι

απελπίζω

απελπισμένος

απεμπολώ

απενεργοποιώ

απεραντολογώ

απεργάζομαι

απεργώ

απεσταλμένος

απευαισθητοποιώ

απευθύνομαι

απευθύνω

απεχθάνομαι

απεύχομαι

απηγγελμένος

απηγορευμένος

απηρχαιωμένος

απηχώ

απιθώνω

απιστώ

απισχναίνω

απισχνασμένος

απλοποιώ

απλουστεύω

απλώνομαι

απλώνω

αποβάλλω

αποβαίνω

αποβιβάζομαι

αποβιβάζω

αποβιομηχανίζω

αποβιώνω

αποβλέπω

αποβλακώνομαι

αποβλακώνω

αποβουτυρώνω

απογέρνω

απογίνομαι

απογαλακτίζομαι

απογαλακτίζω

απογειώνομαι

απογειώνω

απογεμίζω

απογερνώ

απογκρεμίζω

απογοητεύομαι

απογοητεύω

απογράφω

απογυμνώνω

απογυρεύω

αποδέχομαι

αποδίδω

αποδεικνύομαι

αποδεικνύω

αποδεκατίζω

αποδελτιώνω

αποδεσμεύω

αποδημώ

αποδιαβάζω

αποδιαλέγω

αποδιαρθρώνω

αποδιδράσκω

αποδιεθνοποιώ

αποδιοργανώνω

αποδιωγμένος

αποδιώχνω

αποδοκιμάζω

αποδυναμώνω

αποδύομαι

αποζημιώνω

αποζητώ

αποζώ

αποθέτω

αποθαίνω

αποθαλασσώνομαι

αποθαμένος

αποθανατίζω

αποθαρρύνω

αποθαυμάζω

αποθερίζω

αποθεραπεύω

αποθεώνω

αποθηκεύω

αποθηλάζω

αποθηριώνω

αποθησαυρίζομαι

αποθησαυρίζω

αποθνήσκω

αποθρασύνω

αποικίζω

αποικώ

αποκάμνω

αποκαίω

αποκαθαίρω

αποκαθηλώνω

αποκαθιστώ

αποκαλύπτομαι

αποκαλύπτω

αποκαλώ

αποκαμωμένος

αποκαρδιώνομαι

αποκαρδιώνω

αποκαρώνω

αποκεντρώνω

αποκεφαλίζομαι

αποκεφαλίζω

αποκηρύσσω

αποκλίνω

αποκλείομαι

αποκλείω

αποκλεισμένος

αποκληρώνω

αποκλιμακώνω

αποκοιμίζω

αποκοιμιέμαι

αποκολλώ

αποκολλώμαι

αποκομίζω

αποκομμένος

αποκορυφώνομαι

αποκορυφώνω

αποκοτώ

αποκουμπώ

αποκουτιαίνω

αποκουφαίνω

αποκρίνομαι

αποκρίνω

αποκρατικοποιώ

αποκρεύω

αποκρούομαι

αποκρούω

αποκρυπτογραφώ

αποκρυσταλλώνω

αποκρύπτομαι

αποκρύπτω

αποκτημένος

αποκτηνώνω

αποκτώ

αποκωδικοποιώ

αποκόβομαι

αποκόβω

αποκόπτομαι

αποκόπτω

απολήγω

απολαβαίνω

απολακτίζω

απολαμβάνω

απολαύω

απολείπω

απολεπίζομαι

απολεπίζω

απολησμονώ

απολιθωμένος

απολιθώνομαι

απολιθώνω

απολιπαίνω

απολλύω

απολογούμαι

απολυμαίνω

απολυτρώνω

απολωλαίνω

απολύομαι

απολύω

απομένω

απομαγνητίζω

απομαγνητοφωνώ

απομαδώ

απομαθαίνω

απομακρυσμένος

απομακρύνομαι

απομακρύνω

απομαραίνω

απομιμούμαι

απομνήσκω

απομνημονεύω

απομονωμένος

απομονώνομαι

απομονώνω

απομυζώ

απομυθοποιώ

απομωραίνω

απονέμω

απονίβω

απονίπτω

αποναρκώνω

απονεκρώνω

απονευρώνω

απονηστεύω

αποξέω

αποξενωμένος

αποξενώνομαι

αποξενώνω

αποξεχνώ

αποξηραίνω

αποξηραμένος

αποπέμπομαι

αποπέμπω

αποπίνω

αποπαίρνω

αποπατώ

αποπειρώμαι

αποπερατώνω

αποπλέω

αποπλανώ

αποπληρώνω

αποπλύνω

αποπνέω

αποπνίγω

αποπνευματώνω

αποποινικοποιώ

αποποιούμαι

αποπροσανατολίζομαι

αποπροσανατολίζω

αποπροσανατολισμένος

αποπροσωποποιώ

αποπτύω

απορημένος

απορρέω

απορρίπτομαι

απορρίπτω

απορρίχνω

απορροφημένος

απορροφούμενος

απορροφώ

απορροφώμαι

απορροφώμενος

απορρυθμίζω

απορφανίζω

απορφανισμένος

απορώ

αποσαθρώνομαι

αποσαθρώνω

αποσαφηνίζω

αποσβήνω

αποσβεννύω

αποσβολώνω

αποσείομαι

αποσείω

αποσιωπώ

αποσκελετωμένος

αποσκεπάζω

αποσκιρτώ

αποσκληρύνω

αποσκοπώ

αποσκορακίζω

αποσοβώ

αποσπασμένος

αποσπερματίζω

αποσπώ

αποστάζομαι

αποστάζω

αποστέλλομαι

αποστέλλω

αποστέργω

αποσταίνω

αποσταγμένος

αποσταθεροποιώ

αποσταλμένος

αποστασιοποιούμαι

αποστατώ

αποστεγνώνω

αποστειρωμένος

αποστειρώνω

αποστερώ

αποστεώνω

αποστηθίζω

αποστομώνω

αποστρέφομαι

αποστρέφω

αποστραβώνω

αποστραγγίζω

αποστρακίζω

αποστραμμένος

αποστρατεύω

αποσυμφορώ

αποσυναρμολογώ

αποσυνδέομαι

αποσυνδέω

αποσυνθέτω

αποσφραγίζω

αποσχίζομαι

αποσχίζω

αποσχηματίζω

αποσχισμένος

αποσύρομαι

αποσύρω

αποσώνω

αποτάσσω

αποτίω

αποταμιεύω

αποτείνω

αποτελειώνω

αποτελματώνω

αποτελώ

αποτεφρώνω

αποτιμώ

αποτινάζω

αποτιτανωμένος

αποτοιχίζω

αποτολμώ

αποτοξινώνω

αποτρέπω

αποτραβηγμένος

αποτραβιέμαι

αποτραβώ

αποτραπήκανε

αποτρελαίνω

αποτριχώνω

αποτροπιάζομαι

αποτροπιάζω

αποτρυγώ

αποτρώγω

αποτυγχάνω

αποτυπώνω

αποτυφλώνω

αποτυχημένος

απουσιάζω

αποφέρω

αποφαίνομαι

αποφασίζω

αποφεύγω

αποφλοιώνω

αποφοιτώ

αποφορτίζω

αποφράζω

αποφυλακίζω

αποχαιρετώ

αποχαλινώνομαι

αποχαλινώνω

αποχαλώ

αποχαρακτηρίζω

αποχαυνώνω

αποχετεύω

αποχρέμπτομαι

αποχρωματίζω

αποχωρίζω

αποχωρώ

αποψιλώνω

αποψύχω

απρακτώ

απωθημένος

απωθώ

απόζω

απόκειμαι

απόκειται

αράζω

αρέσω

αραγμένος

αραδιάζω

αραθυμώ

αραιώνω

αραχνιάζω

αραχνιασμένος

αργάζω

αργομιλώ

αργοπίνω

αργοπορώ

αργοσαλεύω

αργοσβήνω

αργώ

αρδεύω

αρθρογραφώ

αρθρώνω

αριβάρω

αριθμώ

αριστερίζω

αριστεύω

αρκουδίζω

αρκούμαι

αρκώ

αρμέγω

αρμαθιάζω

αρματωμένος

αρματώνω

αρμενίζω

αρμολογώ

αρμόζω

αρνούμαι

αροτριώ

αρπάζω

αρραβωνιάζω

αρρωσταίνω

αρρωστημένος

αρταίνομαι

αρταίνω

αρτιώνω

αρχίζω

αρχαΐζω

αρχειοθετώ

αρχηγεύω

αρχοντεύω

αρχοντοπιάνομαι

αρωματίζω

ασβεστώνω

ασεβώ

ασελγαίνω

ασελγώ

ασημοκαπνισμένος

ασημώνω

ασθενώ

ασθμαίνω

ασκημένος

ασκητεύω

ασκώ

ασπάζομαι

ασπρίζω

ασπρολογώ

ασταρώνω

αστειεύομαι

αστικοποιώ

αστοχώ

αστράφτω

αστραποβολώ

αστυνομεύω

αστυνομοκρατούμαι

ασφαλίζω

ασφαλισμένος

ασφαλτοστρώνω

ασφαλτώνω

ασφυκτιώ

ασχημίζω

ασχημαίνω

ασχημονώ

ασχολούμαι

ασωτεύω

ατακτώ

ατενίζω

ατιμάζω

ατομικεύω

ατονώ

ατροφώ

ατσαλώνω

αττικίζω

ατυχώ

αυγάζω

αυγοκομμένος

αυθαδιάζω

αυθαιρετώ

αυθυποβάλλομαι

αυλακώνω

αυνανίζομαι

αυξάνω

αυξομειωμένος

αυξομειώνω

αυταπατώμαι

αυτενεργώ

αυτιάζομαι

αυτοανακηρύσσομαι

αυτοαποκαλούμαι

αυτοδιαλύομαι

αυτοδιαφημίζομαι

αυτοδικώ

αυτοδιοικούμαι

αυτοδιορίζομαι

αυτοδυσφημίζομαι

αυτοελέγχομαι

αυτοεξορίζομαι

αυτοεξυπηρετούμαι

αυτοεπαινούμαι

αυτοθαυμάζομαι

αυτοθυσιάζομαι

αυτοκαλούμαι

αυτοκαταδικάζομαι

αυτοκαταργώ

αυτοκαταστρέφομαι

αυτοκτονώ

αυτολογοκρίνομαι

αυτομολώ

αυτονομούμαι

αυτοονομάζομαι

αυτοπαρηγορούμαι

αυτοπαρουσιάζομαι

αυτοπροβάλλομαι

αυτοπυρπολούμαι

αυτορρυθμιζόμενος

αυτοσυγκεντρώνομαι

αυτοσυντηρούμαι

αυτοσυστήνομαι

αυτοσχεδιάζω

αυτοτιμωρούμαι

αυτοτιτλοφορούμαι

αυτοτραυματίζομαι

αυτοχαρακτηρίζομαι

αυτοχειριάζομαι

αυτοχρηματοδοτούμαι

αυτοϊκανοποιημένος

αυτοϊκανοποιούμαι

αυτοϋπονομεύομαι

αυτώνω

αφήνω

αφίσταμαι

αφαιμάσσω

αφαιρώ

αφαλατώνω

αφαλοκόβω

αφανίζω

αφαρπάζω

αφελληνίζω

αφεντεύω

αφηγημένος

αφηγούμαι

αφηνιάζω

αφθονώ

αφιερωμένος

αφιερώνω

αφικνούμαι

αφιονίζω

αφιππεύω

αφισοκολλώ

αφλογιστώ

αφοδεύω

αφομοιώνω

αφοπλίζω

αφορά

αφορίζω

αφορισμένος

αφορμίζω

αφορώ

αφοσιωμένος

αφοσιώνομαι

αφουγκράζομαι

αφρίζω

αφρισμένος

αφροδισιάζω

αφροκοπώ

αφυδατώνομαι

αφυδατώνω

αφυπηρετώ

αφυπνίζω

αχαμναίνω

αχερώνω

αχνίζω

αχνογελώ

αχνοτρέμω

αχνοφέγγω

αχνοφαίνομαι

αχολογώ

αχρειολογώ

αχρηστεύω

αψηφώ

αψιμαχώ

βάζω

βάζω κέρατα

βάζω στο μάτι

βάζω χέρι

βάλλω

βάφομαι

βάφω

βήχω

βίασα

βαίνω

βαγίζω

βαδίζω

βαδώννω

βαθμολογημένος

βαθμολογούμαι

βαθμολογώ

βαθουλώνω

βαλσαμώνομαι

βαλσαμώνω

βανδαλίζω

βαπτίζω

βαράω

βαραίνω

βαριέμαι

βαριακούω

βασίζω

βασανίζομαι

βασανίζω

βασιλεύω

βασκαίνω

βαστάζω

βαστάω

βασταγμένος

βγάζω

βγάζω άκρη

βγάζω γλώσσα

βγάζω νόημα

βγαίνω

βεβαιώνομαι

βεβαιώνω

βεβιασμένος

βελάζω

βελτιστοποιώ

βελτιώνομαι

βελτιώνω

βερνικώνω

βηματίζω

βιάζομαι

βιάζω

βιασμένος

βιβλιοδετώ

βιγλίζω

βιδώνω

βιντεογραφώ

βιώνω

βλάπτω

βλέπομαι

βλέπω

βλέπω το φως

βλαμμένος

βλασταίνω

βλασφημώ

βογκάω

βοηθάω

βοηθημένος

βοηθούμενος

βολεύω

βολιδοσκοπώ

βομβαρδίζω

βοσκάω

βουλιάζω

βουλώνω

βουρκώνω

βουρτσίζω

βουτάω

βουτυρωμένος

βουτυρώνω

βράζομαι

βράζω

βρέχομαι

βρέχω

βρίζω

βρίσκομαι

βρίσκω

βραβευμένος

βραβεύω

βραδιάζω

βραχνιάζω

βραχυκυκλώνομαι

βραχυκυκλώνω

βρεγμένος

βρομάω

βρομώ

βροντάω

βροντοχτυπάω

βροντώ

βρυχιέμαι

βρυχώμαι

βυζαίνω

βυζαγμένος

βυθίζω

βυθισμένος

βόσκω

γέρνω

γίγνεσθαι

γίνομαι

γαβγίζω

γαλβανίζομαι

γαλβανίζω

γαλουχώ

γαμάω

γαμημένος

γαμιέμαι

γαμοσταυρίζω

γαμώ και δέρνω

γαργαλάω

γαρνίρομαι

γαρνίρω

γδέρνω

γειτονεύω

γελάω

γελασμένος

γελούν και οι κότες μαζί μου

γεμίζω

γενέσθαι

γενικεύω

γεννάω

γεννημένος

γεννιέμαι

γερασμένος

γερνάω

γεύομαι

γητεύομαι

γιατρεύομαι

γιατρεύω

γιορτάζομαι

γιορτάζω

γιουχαΐζω

γκαρίζω

γκαστρωμένος

γκαστρώνομαι

γκαστρώνω

γκουγκλάρω

γκουγκλίζω

γκρεμίζω

γκριζάρω

γκρινιάζω

γλακώ

γλείφομαι

γλείφω

γλεντάω

γλεντοκοπάω

γλιστράω

γλιστρώ

γλιτώνω

γλυκαίνω

γνέθω

γνωρίζομαι

γνωρίζω

γνωστοποιώ

γογγύζω

γοητεύομαι

γοητεύω

γουργουρίζω

γουστάρω

γράφω

γράχω

γραδάρω

γρατζουνάω

γρικάω

γροικώ

γρονθοκοπώ

γρυλίζω

γυαλίζω

γυαλισμένος

γυμνάζομαι

γυμνάζω

γυμνώνω

γυρίζω

γυρεύω

γυρνάω

γυρνιέμαι

δένομαι

δένω

δέομαι

δέρνομαι

δέρνω

δέχομαι

δέω

δέων

δίνομαι

δίνω

δίνω σημασία

δαγκώνω

δαγκώνω τη γλώσσα μου

δαιμονοποιώ

δακρύζω

δακτυλογραφώ

δαμάζομαι

δαμάζω

δαμαλίζω

δανείζομαι

δανείζω

δείχνομαι

δείχνω

δειγματίζω

δειλιάζω

δελεάζω

δεμένος

δεσπόζω

δηλωμένος

δηλώνω

δημαγωγώ

δημεύω

δημιουργημένος

δημιουργούμαι

δημιουργώ

δημοσιευμένος

δημοσιεύω

διέπομαι

διέπω

διέρχομαι

διαβάζω

διαβάλλω

διαβαίνω

διαβεβαιώνω

διαβλέπω

διαγουμίζω

διαγράφω

διαγωνίζομαι

διαδέχομαι

διαδεδομένος

διαδηλώνω

διαδραματίζω

διαθέτω

διαθλασμένος

διαθλώ

διαιρεμένος

διαιρούμαι

διαιρώ

διαισθάνομαι

διαιτητεύω

διαιτώμαι

διακατέχομαι

διακατέχω

διακεκριμένος

διακινδυνεύω

διακινώ

διακοσμώ

διακρίνω

διακόπτομαι

διακόπτω

διαλέγομαι

διαλέγω

διαλογίζομαι

διαλυμένος

διαλύω

διαμένω

διαμείβομαι

διαμηνύομαι

διαμηνύω

διαμοιράζομαι

διαμοιράζω

διαμορφώνομαι

διαμορφώνω

διανέμω

διανθίζω

διανυκτερεύω

διανύομαι

διανύω

διαπερασμένος

διαπερνάω

διαπερνιέμαι

διαπιστώνω

διαπλάθω

διαπλέω

διαπληκτίζομαι

διαπνέομαι

διαπνέω

διαποτίζω

διαπρέπω

διαπραγματεύομαι

διαρθρώνω

διαρκώ

διαρρέεται

διαρρέομαι

διαρρέω

διαρρυθμίζω

διασκέπτομαι

διασκεδάζομαι

διασκεδάζω

διασκελίζω

διασκευάζω

διασπώ

διασταυρώνω

διαστρεβλώνω

διασφαλίζω

διασχίζω

διασωληνωμένος

διασωληνώνομαι

διασωληνώνω

διασώζω

διατάζω

διατηρημένος

διατηρούμαι

διατηρώ

διατρέφω

διατρυπώ

διατυπώνω

διαφέρω

διαφεύγω

διαφημίζω

διαφοροποιώ

διαφωνώ

διαφωτίζω

διαχέομαι

διαχέω

διαχειρίζομαι

διαχωρίζω

διαχωρίζω την ήρα από το στάρι

διαψεύδω

διδάσκομαι

διδάσκω

διεγείρω

διεγερμένος

διεθνοποιώ

διεκδικώ

διενεργώ

διεξάγω

διερευνώ

διευθύνω

διευκολύνω

διευκρινίζω

διευρύνω

διεφθαρμένος

διηγούμαι

διηθώ

δικάζω

δικαιολογημένος

δικαιολογώ

δικαιούμαι

δικαιώνω

διοικώ

διορίζω

διοργανώνω

διορθώνω

διοχετεύω

διπλασιάζω

διπλώνω

διστάζω

διυλίζω

διχοτομώ

διψάω

διψασμένος

διώκομαι

διώκω

διώχνω

δοκιμάζω

δοκιμασμένος

δολοφονημένος

δολοφονούμαι

δολοφονώ

δονούμαι

δονώ

δοξάζω

δουλεύομαι

δουλεύω

δρέπω

δραματοποιώ

δραπετεύω

δραστηριοποιώ

δρομολογώ

δροσίζω

δρω

δυνάμεθα

δυναμιτίζω

δυσανασχετώ

δυσαρεστώ

δυσκολεύομαι

δυσκολεύω

δωρίζω

δωροδοκώ

δύω

είθισται

είμαι

εβλήθην

εγγράφομαι

εγγράφω

εγγραφτήκανε

εγγυώμαι

εγείρω

εγερθήκανε

εγκαθίσταμαι

εγκαθιδρύομαι

εγκαθιδρύω

εγκαθιστώ

εγκαινιάζω

εγκαταλείπομαι

εγκαταλείπω

εγκατεστημένος

εγκλείομαι

εγκλείω

εγκλωβίζω

εγκολπώνομαι

εγκρίνω

εγκυμονώ

εγκύπτω

εγχέομαι

εγχέω

εθνικοποιώ

ειδικεύομαι

ειδικεύω

ειδοποιώ

εικάζω

ειλημμένος

ειρωνεύομαι

εισάγω

εισέρχομαι

εισακούομαι

εισακούω

εισβάλλω

εισπλέω

εισπνέομαι

εισπνέω

εισπράττω

εισρέω

εκβάλλω

εκβιομηχανίζω

εκδέρω

εκδίδω

εκδηλώνω

εκδικούμαι

εκθέτω

εκθειάζω

εκκενώνομαι

εκκενώνω

εκκλησιάζομαι

εκκολάπτομαι

εκκολάπτω

εκκρούομαι

εκκρούω

εκλέγω

εκλείπω

εκλεπτυσμένος

εκλεπτύνω

εκλιπαρώ

εκλύω

εκμεταλλεύομαι

εκνευρίζω

εκνευρισμένος

εκοιμήθη

εκπέμπομαι

εκπέμπω

εκπίπτω

εκπαιδεύομαι

εκπαιδεύω

εκπλέω

εκπλήσσω

εκπληρώνω

εκπνέω

εκποιώ

εκπροσωπώ

εκρέω

εκρήγνυμαι

εκσπερματίζω

εκσπερματώνω

εκτελούμαι

εκτελώ

εκτεταμένος

εκτιμώ

εκτοξεύω

εκτρέπομαι

εκτρέπω

εκτυπώνω

εκφράζω

εκφωνώ

εκφύομαι

εκχέομαι

εκχέω

εκχωρώ

ελέγχομαι

ελέγχω

ελαφραίνω

ελαφρώνω

ελευθερώνω

ελκύω

ελληνίζω

ελπίζω

εμβολίζω

εμβολιάζω

εμπαίζω

εμπεδώνω

εμπερικλείομαι

εμπερικλείω

εμπιστεύομαι

εμπλέκω

εμπλουτίζω

εμπνέομαι

εμπνέω

εμπνευσμένος

εμποδίζομαι

εμποδίζω

εμπορεύομαι

εμφανίζομαι

εμφανίζω

εμφιαλώνω

ενδέχεται

ενδίδω

ενδεχόμενος

ενδιατρίβω

ενδιαφέρομαι

ενδιαφέρω

ενδυναμώνω

ενεδρεύω

ενεργοποιώ

ενεργούμαι

ενεργώ

ενεχυριάζω

ενηλικιώνομαι

ενημερώνω

ενθαρρύνω

ενισχύομαι

ενισχύω

εννοώ

ενοικιάζω

ενοποιημένος

ενοποιώ

ενορχηστρώνομαι

ενορχηστρώνω

ενοχλώ

ενσκήπτω

ενσταλάζω

ενστερνίζομαι

ενσωματώνω

εντάσσω

εντείνω

εντοπίζω

εντυπωσιάζω

ενυδατώνω

ενωμένος

ενώνω

εξάγω

εξαίρομαι

εξαίρω

εξαγνίζω

εξακολουθώ

εξαλείφομαι

εξαλείφω

εξαναγκάζομαι

εξαναγκάζω

εξαντλώ

εξαπατώ

εξαπολύομαι

εξαπολύω

εξαργυρώνω

εξαρτώ

εξασκώ

εξασφαλίζω

εξατμίζω

εξατομικεύω

εξαφανίζομαι

εξαφανίζω

εξεγείρω

εξειδικεύω

εξελίσσομαι

εξελληνίζω

εξεμώ

εξερευνώ

εξετάζομαι

εξετάζω

εξευτελίζω

εξηγώ

εξημερώνω

εξιστορώ

εξισώνω

εξοικειώνομαι

εξοικειώνω

εξολοθρεύω

εξομοιώνω

εξομολογώ

εξοπλίζω

εξοπλισμένος

εξορίζω

εξοργίζω

εξουδετερώνω

εξουθενώνω

εξουσιάζω

εξουσιοδοτώ

εξοφλώ

εξυπακούεται

εξυπακούομαι

εξυπηρετώ

εξυψώνω

εορτάζομαι

εορτάζω

επέρχομαι

επίκειται

επαινούμαι

επαινώ

επακολουθώ

επαλείφομαι

επαλείφω

επαληθεύω

επαμφοτερίζω

επανέρχομαι

επανακάμπτω

επαναλαμβάνω

επαναπροσδιορίζω

επαναπροωθώ

επαναστατώ

επαναφέρομαι

επαναφέρω

επαναχρησιμοποιώ

επανειλημμένος

επανιδρύομαι

επανιδρύω

επαπειλούμαι

επαπειλώ

επαρκώ

επεκτείνω

επεμβαίνω

επενδύω

επερχόμενος

επευφημώ

επηρεάζω

επιβάλλω

επιβαρύνω

επιβεβαιώνω

επιβιβάζομαι

επιβιβάζω

επιβιώνω

επιβλέπω

επιβραβεύω

επιβραδύνω

επιγράφομαι

επιγράφω

επιγραφτήκανε

επιδεικνύω

επιδεινώνω

επιδιορθώνω

επιδιώκω

επιδοκιμάζω

επιδρώ

επιζώ

επιθεωρώ

επιθυμώ

επικαλούμαι

επικαλύπτομαι

επικαλύπτω

επικείμενος

επικεντρώνω

επικοινωνώ

επικολλώ

επικρίνω

επικρατώ

επικροτώ

επικυρώνω

επιλέγομαι

επιλέγω

επιμένω

επινοώ

επιπλέω

επιπλωμένος

επισείομαι

επισείω

επισημαίνω

επισκέπτομαι

επισκευάζω

επιστρέφομαι

επιστρέφω

επισυνάπτω

επιτίθεμαι

επιτρέπομαι

επιτρέπω

επιτυγχάνω

επιχαίρω

επιχειρώ

επιχορηγώ

επουλώνω

επρόκειτο

επωμίζομαι

επωφελούμαι

εργάζομαι

ερεθίζω

ερευνάω

ερημώνω

ερμηνεύω

ερρινίζω

ερχόμενος

ερωτεύομαι

ερωτημένος

εστιάζω

εσωκλείομαι

εσωκλείω

ετοιμάζομαι

ετοιμάζω

ευαγγελίζομαι

ευαισθητοποιώ

ευημερώ

ευθυγραμμίζω

ευλογώ

ευνουχίζω

ευνοώ

ευστοχώ

ευχαριστημένος

ευχαριστιέμαι

ευχαριστώ

ευωδιάζω

εφάπτομαι

εφαρμόζω

εφευρίσκω

εφημερεύω

εφημερεύων

εφοδιάζομαι

εφοδιάζω

εύχομαι

ζαλίζομαι

ζαλίζω

ζαλίζω τ' αρχίδια

ζαρώνω

ζαχαρώνω

ζεματίζω

ζεσταίνομαι

ζεσταίνω

ζεσταμένος

ζηλεύομαι

ζηλεύω

ζημιώνω

ζητάω

ζητημένος

ζητιανεύω

ζητούμαι

ζητωκραυγάζω

ζουλάω

ζυγίζω

ζυγιάζω

ζυγισμένος

ζω

ζωγραφίζω

ζωντανεύω

ζώνω

ηγεμονεύω

ηγούμαι

ηδονίζομαι

ηθελημένος

ηθικολογώ

ηθικοποιώ

ηλεκτρίζω

ηλεκτροδοτώ

ηλεκτροφωτίζω

ηλικιωμένος

ηλικιώνομαι

ημερεύω

ημερώνω

ηρεμώ

ηρωοποιώ

ησυχάζω

ηττώμαι

ηχώ

θάβομαι

θάβω

θάλλω

θάλπω

θέλω

θέτω

θίγω

θανατώνω

θαρρώ

θαυμάζομαι

θαυμάζω

θειαφίζω

θεοποιώ

θερίζω

θεραπεύω

θερμαίνομαι

θερμαίνω

θεωρούμαι

θεωρώ

θηλάζω

θλίβω

θλιμμένος

θρεμμένος

θρηνώ

θριαμβεύω

θρυμματίζω

θυμάμαι

θυμίζω

θυμιατίζω

θυμούμαι

θυμωμένος

θυμώνω

θυσιάζω

θωρώ

ιδιωτικοποιώ

ιδρωμένος

ιδρύομαι

ιδρύω

ιδρώνω

ικανοποιημένος

ικανοποιούμαι

ικανοποιώ

ικετεύω

ιππεύω

ιριδίζω

ισιώνω

ισοδυναμώ

ισοπεδώνω

ισορροπώ

ισοσκελίζω

ισοφαρίζω

ισχυρίζομαι

ισχύω

ισχύων

κάθομαι

κάθομαι με σταυρωμένα χέρια

κάμπτομαι

κάμπτω

κάνω

κάνω εμετό

κάνω κακά

κάνω καμάκι

κάνω τα στραβά μάτια

κάνω του κεφαλιού μου

κάνω τόπι στο ξύλο

κάνω ό,τι μου κατέβει

καίγομαι

καίω

καβαλάω

καβαλάω το καλάμι

καβγαδίζω

καβουρντίζω

καδράρομαι

καδράρω

καθέλκομαι

καθίζω

καθίζω στο σκαμνί

καθίσταμαι

καθαρίζω

καθαρεύω

καθελκύομαι

καθελκύω

καθησυχάζω

καθιδρύομαι

καθιδρύω

καθιερώνω

καθιζάνω

καθισμένος

καθιστώ

καθοδηγώ

καθορίζω

καθρεφτίζω

καθυστερημένος

καθυστερώ

κακογαμημένος

κακολογώ

κακοποιώ

καλάρω

καλαμπουρίζω

καλεσμένος

καλλιεργώ

καλλωπίζω

καλμάρω

καλομαθημένος

καλοσκέφτομαι

καλουπώνω

καλυτερεύω

καλωσορίζω

καλύπτομαι

καλύπτω

καλώ

καμουφλάρομαι

καμουφλάρω

καμωμένος

κανακεύω

κανιβαλίζω

κανονίζω

καπαρώνω

καπνίζομαι

καπνίζω

καρατομώ

καρβουνιάζω

καρπίζω

καρποφορώ

καρτερώ

καρυκεύω

καρφώνομαι

καρφώνω

κατάγομαι

κατάσχω

κατέχω

καταβάλλω

καταβροχθίζω

καταγγέλλω

καταγράφομαι

καταγράφω

καταδίδω

καταδικάζω

καταδιώκομαι

καταδιώκω

καταδύομαι

καταθέτω

καταθλίβω

κατακουράζω

κατακρατώ

κατακτώ

καταλήγω

καταλαβαίνω

καταλαμβάνω

καταλυθήκανε

καταλύομαι

καταλύω

καταμετρώ

καταναγκάζομαι

καταναγκάζω

καταναλώνω

κατανοώ

καταντάω

καταξοδεύω

καταπίνω

καταπιέζω

καταπλέω

καταπολεμώ

καταπραΰνω

καταραμένος

καταργούμαι

καταργώ

καταριέμαι

καταρρέω

καταρρίπτω

κατασκευάζω

κατασκηνώνω

κατασκοπεύω

κατασπαταλώ

καταστρέφομαι

καταστρέφω

καταφέρνομαι

καταφέρνω

καταφέρω

καταφεύγω

καταφθάνω

καταφρονημένος

καταφρονώ

καταχρώμαι

κατεβάζω

κατεβαίνω

κατεδαφίζω

κατεργάζομαι

κατεστημένος

κατευθύνω

κατευνάζομαι

κατευνάζω

κατεψυγμένος

κατηγορημένος

κατηγορούμαι

κατηγορούμενος

κατηγορώ

κατισχύω

κατοικημένος

κατοικώ

κατονομάζω

κατορθώνω

κατουράω

κατουρημένος

κατουριέμαι

κατσαδιάζω

καυλώνω

καυτηριάζω

καυχιέμαι

καψαλίζω

κελαηδάω

κεντάω

κεντημένος

κεντρίζω

κερατώνω

κερδίζω

κερδίζω έδαφος

κερνάω

κηλιδώνω

κηρύσσω

κινδυνεύω

κινηματογραφώ

κινητοποιώ

κινούμαι

κινούμενος

κινώ

κκιάννω

κλάνω

κλάνω μέντες

κλάνω μαλλί

κλάνω πατάτες

κλέβομαι

κλέβω

κλίνω

κλαίω

κλαδεύομαι

κλαδεύω

κλασμένος

κλείνομαι

κλείνω

κλειδώνω

κλεισμένος

κλεμμένος

κληρονομημένος

κληρονομούμαι

κληρονομώ

κλικάρω

κλιμακώνω

κλοτσάω

κλοτσώ

κλυδωνίζομαι

κλώθω

κοιμάμαι

κοιμάμαι με τις κότες

κοιμίζω

κοινοποιώ

κοινωνικοποιώ

κοινωνώ

κοινώνησα

κοιτάζομαι

κοιτάζω

κοιτάω

κοιτιέμαι

κοκαλώνω

κοκκινίζω

κολακεύω

κολλάω

κολλημένος

κολυμπάω

κομίζω

κομμένος

κονταίνω

κοντεύω

κοντρολάρομαι

κοντρολάρω

κοπανίζω

κοπιάζω

κορνάρω

κοροϊδεύω

κορυφώνω

κορώνω

κοστίζω

κοτσάρω

κουβαλάω

κουβαλημένος

κουβαλιέμαι

κουβεντιάζω

κουδουνίζω

κουκουλώνω

κουλάρω

κουλουριάζομαι

κουλουριάζω

κουμπώνω

κουνιέμαι

κουνώ

κουράζομαι

κουράζω

κουρασμένος

κουρελιάζω

κουρεύω

κουρσεύω

κουτουλάω

κουτσαίνω

κουτσομπολεύω

κουτσουλάω

κουτσουλίζω

κουφαίνω

κράζω

κρίνω

κραγμένος

κρατάω

κρατιέμαι

κρατικοποιούμαι

κρατικοποιώ

κραυγάζω

κρεμάω

κρεμασμένος

κρεμιέμαι

κροτώ

κρούομαι

κρούω

κρυμμένος

κρυολογημένος

κρυολογώ

κρυπτογραφώ

κρυωμένος

κρυώνω

κρύβω

κρώζω

κυβερνημένος

κυβερνώ

κυκλοφοράω

κυκλοφορημένος

κυκλοφορούμαι

κυκλοφορώ

κυκλώνω

κυλάω

κυματίζω

κυνηγάω

κυνηγημένος

κυνηγιέμαι

κυοφορώ

κυριαρχώ

κυριεύω

κυρώνω

κωδικοποιώ

κωλύομαι

κωλύω

κόβω

κόπτομαι

λάμπω

λέγομαι

λέω

λήγω

λαγοκοιμάμαι

λακωνίζω

λαλημένος

λαλώ

λαμβάνω

λαμπρύνω

λανθάνω

λανθασμένος

λατρεύομαι

λατρεύω

λαχανιάζω

λαχανιασμένος

λείπω

λειαίνω

λειτουργώ

λεκιάζω

λερώνομαι

λερώνω

λεσβιάζω

λησμονώ

ληστεύω

λιάζω

λιγοστεύω

λιμνάζω

λιμπίζομαι

λιπαίνω

λιποθυμάω

λιώνω

λογίζομαι

λογαριάζω

λογοκρίνω

λογχίζω

λουφάρω

λούζομαι

λούζω

λυγίζω

λυμένος

λυπάμαι

λυπημένος

λυπώ

λυσσάω

λυσσασμένος

λυτρώνω

λύεται

λύνομαι

λύνοντας

λύνω

λύω

μάχομαι

μέλλων

μέμφομαι

μένω

μαίνομαι

μαγειρεύομαι

μαγειρεύω

μαγεύω

μαγνητίζω

μαζεμένος

μαζεύομαι

μαζεύω

μαθαίνω

μαθεύεται

μαθεύομαι

μαθεύτηκε

μαθημένος

μακραίνω

μακρηγορώ

μαλακίζομαι

μαλακισμένος

μαλακώνω

μαλωμένος

μαλώνω

μαντάρω

μαντεύομαι

μαντεύω

μαραίνομαι

μαραίνω

μαρκάρομαι

μαρκάρω

μαρκαρισμένος

μαρσάρω

μαρτυρημένος

μαρτυρώ

μασάω

μαστίζομαι

μαστίζω

μαστιγώνω

ματαιώνω

ματιάζω

ματοκυλώ

ματώνω

μαυρίζω

μαυρίζω στο ξύλο

μαυρισμένος

μαχαιρώνω

μαχαιρώνωμαι

με πιάνει αμόκ

μεγαλοποιώ

μεγαλώνω

μεγεθύνω

μεθυσμένος

μεθώ

μειώνω

μελαγχολώ

μελετάω

μελετημένος

μελοποιώ

μεροληπτώ

μεσολαβώ

μεστώνω

μετέχω

μεταβάλλω

μεταγλωττίζω

μεταδίδω

μεταθέτω

μετακινούμαι

μετακινώ

μετακομίζω

μεταμορφώνω

μετανιώνω

μεταπείθω

μεταρρυθμίζομαι

μεταρρυθμίζω

μετατοπίζω

μετατρέπομαι

μετατρέπω

μεταφέρομαι

μεταφέρω

μεταφράζομαι

μεταφράζω

μεταφυτεύομαι

μεταφυτεύω

μετονομάζω

μετουσιώνω

μετράω

μετρημένος

μετριάζω

μετριέμαι

μηδενίζομαι

μηδενίζω

μηνύομαι

μηνύω

μηρυκάζω

μιαίνω

μικραίνω

μιλάω

μιλιέμαι

μιλώ

μισημένος

μισθώνω

μισιέμαι

μισούμαι

μισώ

μοιάζω

μοιράζομαι

μοιράζω

μοιρασμένος

μοιρολογώ

μολογώ

μονιάζω

μονοιάζω

μορφώνω

μουγκρίζω

μουλιάζω

μουρμουρίζω

μουσκεμένος

μουσκεύω

μουχλιάζω

μοχθώ

μπαίνω

μπαινοβγαίνω

μπαλώνω

μπαρκάρω

μπερδεμένος

μπερδεύομαι

μπερδεύω

μπιζάρω

μπλάζω

μπλέκω

μπογιατίζω

μπορεί

μπορώ

μπουμπουνίζω

μπουνατσάρει

μποϊκοτάρομαι

μποϊκοτάρω

μυγιάζομαι

μυρίζομαι

μυρίζω

μυρωμένος

νίπτω τας χείρας μου

ναυαγώ

νευριάζω

νευριασμένος

νηστεύω

νιαουρίζω

νικάω

νικημένος

νιώθω

νοιάζομαι

νομίζω

νοσηλεύω

νοσταλγώ

νοστιμίζω

νοστιμεύομαι

νοστιμεύω

νοσώ

νταραβερίζομαι

ντεραπάρω

ντουμπλάρομαι

ντουμπλάρω

ντρέπομαι

ντροπιάζομαι

ντροπιάζω

ντροπιασμένος

ντυμένος

ντύνομαι

ντύνω

νυστάζω

ξέρω

ξαίνω

ξαλμυρίζω

ξαναβλέπομαι

ξαναβλέπω

ξαναγεννώ

ξαναγράφομαι

ξαναγράφω

ξαναδιαβάζω

ξαναλέω

ξαναμοιράζομαι

ξαναμοιράζω

ξαναπαίρνω

ξαναπερνώ

ξανασυναντώ

ξαναφτιάχνω

ξαπλώνω

ξαποσταίνω

ξαραχνιάζομαι

ξαραχνιάζω

ξασπρίζω

ξαφνιάζω

ξαφρίζω

ξεβιδώνω

ξεγελάω

ξεγράφομαι

ξεγράφω

ξεδοντιάζω

ξεθυμαίνω

ξεκαθαρίζω

ξεκαλοκαιριάζω

ξεκαρφώνω

ξεκινάω

ξεκινώ

ξεκλειδώνω

ξεκουράζομαι

ξεκουράζω

ξεκωλώνω

ξελαρυγγίζομαι

ξελογιάζομαι

ξελογιάζω

ξελύνω

ξεμένω

ξεματιάζω

ξεμεθώ

ξεμουδιάζω

ξεμπερδεύομαι

ξεμπερδεύω

ξεμπλέκω

ξεναγώ

ξενερώνω

ξεντύνω

ξενυχτάω

ξενυχτίζω

ξεπερνάω

ξεπληρώνω

ξεποδαριάζω

ξεπροβάλλω

ξεραίνομαι

ξεραίνω

ξερασμένος

ξεριζώνω

ξερνάω

ξερογλείφομαι

ξεσκίζω

ξεσκατίζω

ξεσκατώνω

ξεσκεπάζω

ξεσκονίζω

ξεσπάω

ξεσπιτώνομαι

ξεσπιτώνω

ξεφαντώνω

ξεφεύγω

ξεφλουδίζω

ξεφορτώνω

ξεφτίζω

ξεφυτρώνω

ξεχέζω

ξεχασμένος

ξεχειλίζω

ξεχειμωνιάζω

ξεχνάω

ξεχνιέμαι

ξεχωρίζω

ξεψυχάω

ξεψυχισμένος

ξημερώνω

ξιφομαχώ

ξιφουλκώ

ξοδεύω

ξυπνάω

ξυρίζομαι

ξυρίζω

ξύνομαι

ξύνω

οδηγημένος

οδηγώ

οικοδομώ

οικονομάω

οικονομιέμαι

οικονομώ

ολισθαίνω

ολοκληρώνομαι

ολοκληρώνω

ολοφύρομαι

ομαδοποιούμαι

ομαδοποιώ

ομολογημένος

ομολογούμαι

ομολογώ

ομορφαίνω

ονειρεύομαι

ονειροπολώ

ονομάζομαι

ονομάζω

οξυγονοκολλώ

οπλίζομαι

οπλίζω

οπλισμένος

ορίζομαι

ορίζω

οραματίζομαι

οργίζομαι

οργίζω

οργανώνω

ορθωμένος

ορθώνω

ορισμένος

ορκίζομαι

ορκίζω

οροθετώ

ορυγμένος

ορύσσω

οσμίζομαι

ουρλιάζω

ουρώ

ουσιαστικοποιώ

οφείλω

πάσχω

πάω

πέμπομαι

πέμπω

πέρδομαι

πέφτω

πίνω

παίζω

παίρνομαι

παίρνω

παίρνω με τ' αβγά

παίρνω πίπα

παίρνω χαμπάρι

παγιδεύω

παγιώνω

παγωμένος

παγώνω

παζαρεύω

παθαίνω

παθαίνω αμόκ

παιδεύομαι

παιδεύω

πακετάρομαι

πακετάρω

παλεύω

πανηγυρίζω

πανικοβάλλομαι

πανικοβάλλω

παντρεμένος

παντρεύομαι

παντρεύω

παπαγαλίζω

παράγομαι

παράγω

παρέρχομαι

παρέχω

παραβάλλομαι

παραβάλλω

παραβιάζω

παραβλέπομαι

παραβλέπω

παραγίνομαι

παραγγέλλω

παραγράφομαι

παραγράφω

παραγραφήκανε

παραδέχομαι

παραδίδομαι

παραδίδω

παραδίνω

παραιτούμαι

παρακάμπτομαι

παρακάμπτω

παρακαλώ

παρακείμενος

παρακινώ

παρακοιμάμαι

παρακολουθώ

παρακούω

παρακωλύομαι

παρακωλύω

παραλαμβάνω

παραλείπω

παραλογίζομαι

παραλύω

παραμένω

παραμερίζω

παρανομιάζω

παρανοώ

παραξενεύω

παραπέμπομαι

παραπέμπω

παραπαίω

παραπλέω

παραπλανώ

παραπονιέμαι

παρασημοφορώ

παρασκευάζομαι

παρασκευάζω

παραστέκω

παρατάω

παρατηρώ

παραχαϊδεύω

παραχωρώ

παρεισφρέω

παρεκκλίνω

παρεκτρέπομαι

παρεκτρέπω

παρεκτραπήκανε

παρελθών

παρεμποδίζω

παρεξηγώ

παρερμηνεύω

παρευρίσκομαι

παρηγοράω

παρηγορημένος

παρηγορώ

παριστάνω

παρκάρω

παρκαρισμένος

παρομοιάζω

παροτρύνω

παρουσιάζομαι

παρουσιάζω

παρφουμάρομαι

παρφουμάρω

παρφουμαρίζομαι

πασαλείφομαι

πασαλείφω

πασπαλίζω

πασπατεύω

παστεριώνω

πατάω

πατινάρομαι

πατινάρω

πατώνω

παχαίνω

παύω

πείθομαι

πείθω

πεθαίνω

πεθαμένος

πειθαναγκάζομαι

πειθαναγκάζω

πειθόμενος

πεινάω

πεινασμένος

πειράζει

πειράζομαι

πειράζω

πειραματίζομαι

πεισμένος

πεισμώνω

πεπειραμένος

πεπεισμένος

περασμένος

περιέχω

περιαυτολογώ

περιγράφομαι

περιγράφω

περιηγούμαι

περιθάλπομαι

περιθάλπω

περικλείομαι

περικλείω

περικυκλώνω

περικόβομαι

περικόβω

περικόπτομαι

περικόπτω

περιλαμβάνω

περιμένω

περιοδεύων

περιορίζω

περιορισμένος

περιπλέκω

περιπλέω

περιπλεχθήκαν

περιπλεχτήκαν

περιπλεχτήκανε

περιποιούμαι

περιπολώ

περισσεύω

περιστρέφομαι

περιστρέφω

περιτριγυρίζω

περιφράσσω

περιφρονώ

περνάω

περνιέμαι

περπατάω

περπατημένος

περπατιέμαι

πετάγομαι

πετάγομαι σαν την πορδή

πετάω

πεταλώνω

πετυχαίνω

πετυχημένος

πηγαίνω

πηδάω

πηδηγμένος

πηδιέμαι

πιάνομαι

πιάνομαι στα χέρια

πιάνω

πιέζομαι

πιέζω

πιθανολογώ

πικραίνω

πιλοτάρομαι

πιλοτάρω

πιπώνω

πιστεύομαι

πιστεύω

πιστοποιώ

πλάθω

πλέκω

πλένω

πλέω

πλήττω

πλαγιάζω

πλακώνω

πλειστηριάζω

πλεονάζω

πληγείς

πληγώνω

πληκτρολογώ

πλημμυρίζω

πληροφορώ

πληρώ

πληρώνω

πλησιάζομαι

πλησιάζω

πλιατσικολογώ

πλινθοδομώ

πνέω

πνίγω

ποδηλατώ

ποθώ

ποικίλλω

ποιώ

πολεμάω

πολιορκώ

πολιτογραφώ

πολλαπλασιάζω

πολυαγαπημένος

πολυσυζητημένος

πονάω

ποντάρομαι

ποντάρω

πορδίζω

ποτίζω

πουδράρομαι

πουδράρω

πουλάω

πουστεύω

πουστοφέρνω

πρέπει

πρέπων

πρήζομαι

πρήζω

πρήζω τ' αρχίδια

πρήζω το συκώτι

πραγματοποιώ

πρασινίζω

πρεζάρω

πρεσάρομαι

πρεσάρω

πρησμένος

πριονίζω

προάγω

προέρχομαι

προαισθάνομαι

προαλείφομαι

προαλείφω

προαναγγέλλω

προαναφέρω

προβάλλω

προβλέπω

προβληματίζω

προγευματίζω

προγραμματίζω

προγραμματισμένος

προδίδομαι

προδίδω

προειδοποιημένος

προειδοποιούμαι

προειδοποιώ

προετοιμάζομαι

προετοιμάζω

προηγούμαι

προηγούμενος

προκαλώ

προκαταβάλλομαι

προκαταβάλλω

προκείμενος

προκόβω

προκύπτει

προκύπτω

προλαβαίνω

προλαμβάνω

προμηθεύομαι

προμηθεύω

προμηνύομαι

προμηνύω

προξενώ

προοδεύω

προορίζω

προπληρώνω

προπονώ

προσέρχομαι

προσέχω

προσανατολίζω

προσαρμόζομαι

προσαρμόζω

προσαρτημένος

προσαρτώ

προσβλέπω

προσγειώνω

προσγράφομαι

προσγράφω

προσδιορίζω

προσδοκώ

προσδοκώμαι

προσεγγίζω

προσεγμένος

προσελκύομαι

προσελκύω

προσεύχομαι

προσθέτω

προσκαλεσμένος

προσκαλούμαι

προσκαλώ

προσκεκλημένος

προσκρούω

προσκυνώ

προσκόπτω

προσλαμβάνω

προσπαθώ

προσροφώ

προστάζω

προστατευόμενος

προστατεύω

προσφέρομαι

προσφέρω

προσφεύγω

προσφύομαι

προσχωρώ

προτείνω

προτεραιοποιώ

προτιμάω

προτρέπομαι

προτρέπω

προφέρω

προφασίζομαι

προφητεύομαι

προφητεύω

προφταίνω

προφυλάσσω

προχωράω

προχωρημένος

προωθώ

προϊστάμενη

πρωταγωνιστώ

πρωτεύω

πρωτοανακαλύπτομαι

πρωτοανακαλύπτω

πρωτοκολλημένος

πρωτοκολλώ

πρωτοστατώ

πρόκειται

πυορροώ

πυροβολώ

πυροδοτώ

πωλούμαι

πωλώ

ράβομαι

ράβω

ράπτω

ρέπω

ρέω

ρίπτω

ρίχνω

ρίχνω φως

ρεζιλεύομαι

ρεζιλεύω

ρεύομαι

ριγώ

ριζοβολώ

ριζοσπαστικοποιούμαι

ριζοσπαστικοποιώ

ρισκάρω

ριψοκινδυνεύω

ρουφάω

ρουφηγμένος

ρουφιέμαι

ροχαλίζω

ρυθμίζομαι

ρυθμίζω

ρυμουλκώ

ρωτάω

ρωτημένος

σέβομαι

σέρνομαι

σέρνω

σέρνω το χορό

σαγηνεύω

σαλεύω

σαλτάρω

σαπίζω

σαπουνίζομαι

σαπουνίζω

σαραντίζω

σαρώνω

σαστίζω

σατιρίζω

σβήνομαι

σβήνω

σείω

σερβίρομαι

σερβίρω

σεσημασμένος

σηκώνομαι

σηκώνω

σημαίνω

σημαδεύω

σηματοδοτώ

σημειώνομαι

σημειώνω

σιγοβράζω

σιγουρεύομαι

σιγουρεύω

σιδερώνω

σιχαίνομαι

σιωπώ

σκάβω

σκάζω

σκάω

σκέφτομαι

σκίζομαι

σκίζω

σκαλίζω

σκαλώνω

σκαρφαλώνω

σκασμένος

σκεπάζω

σκονίζω

σκοντάφτω

σκοπεύω

σκοράρω

σκοτεινιάζω

σκοτώνω

σκουντάω

σκουντηγμένος

σκουπίζω

σκυλοβαριέμαι

σκυλοβρίζω

σκύβω

σοβαρολογώ

σουβλίζω

σουρουπώνει

σουρώνω

σουτάρομαι

σουτάρω

σούρνομαι

σπάζω

σπάω

σπάω στο ξύλο

σπάω τον πάγο

σπέρνω

σπανίζω

σπαράζω

σπασμένος

σπαταλάω

σπεύδω

σπιθίζω

σπιλώνω

σπιτώνομαι

σπιτώνω

σπουδάζω

σπρώχνω

στάζομαι

στάζω

στέκει

στέκομαι

στέκω

στέλλω

στέλνω

στέφομαι

στέφω

στήνω

σταθεροποιώ

σταθμεύω

σταλάζω

σταλμένος

σταματάω

σταματημένος

σταματιέμαι

σταυροκοπιούνται

σταυρώνω

σταυρώνω τα χέρια

σταχώνω

στεγάζω

στεγνώνω

στειρώνω

στενοχωρημένος

στενοχωρώ

στερεύω

στεριώνω

στερούμαι

στερώ

στεφανώνω

στηλιτεύω

στηρίζομαι

στηρίζω

στηριγμένος

στιγματίζω

στιγματισμένος

στοιβάζομαι

στοιβάζω

στοιχίζω

στοιχειωμένος

στοιχειώνω

στοιχηματίζω

στολίζομαι

στολίζω

στοχάζομαι

στρέφομαι

στρέφω

στρίβομαι

στρίβω

στραβομουτσουνιάζω

στραβώνω

στραγγίζομαι

στραγγίζω

στραμπουλίζω

στρατοπεδεύω

στριμμένος

στριφογυρίζω

στρώνομαι

στρώνω

στυμμένος

στύβω

συγγράφομαι

συγγράφω

συγκαλώ

συγκεντρώνω

συγκινημένος

συγκινούμαι

συγκινώ

συγκλίνω

συγκολλώ

συγκρίνω

συγκρατώ

συγκροτώ

συγκρουόμενος

συγκρούομαι

συγκόπτομαι

συγκόπτω

συγχέω

συγχαίρω

συγχαρήκανε

συγχρονίζω

συγχωνεύω

συγχωρώ

συγχύζομαι

συγχύζω

συζητάω

συζητημένος

συζητιέμαι

συζητούμαι

συκοφαντώ

συλλέγω

συλλαμβάνω

συλλογίζομαι

συμβάλλω

συμβαίνει

συμβαίνω

συμβολίζω

συμβουλεύομαι

συμβουλεύω

συμμετέχω

συμμορφώνομαι

συμμορφώνω

συμπάσχω

συμπίπτω

συμπαθάω

συμπαθιέμαι

συμπαθώ

συμπεθερεύω

συμπεριλαμβάνω

συμπεριφέρομαι

συμπλέω

συμπληρώνω

συμπυκνωμένος

συμφέρω

συμφέρων

συμφωνημένος

συμφωνούμαι

συμφωνώ

συμφύομαι

συμψηφίζω

συνάπτω

συνέρχομαι

συναναστρέφομαι

συναντάω

συναρπάζω

συνδέομαι

συνδέω

συνδιαλέγομαι

συνδιασκέπτομαι

συνδικαλίζομαι

συνδυάζομαι

συνδυάζω

συνεδέθην

συνειδητοποιώ

συνεισφέρω

συνεκτιμώ

συνεννοούμαι

συνερίζομαι

συνεργάζομαι

συνεχίζομαι

συνεχίζω

συνηθίζω

συνηθισμένος

συνθέτω

συνθλίβομαι

συνθλίβω

συνθλιφτήκανε

συνιστώ

συνοδεύω

συνομιλώ

συνορεύω

συνοψίζω

συντάσσω

συντηρούμαι

συντηρώ

συντομεύω

συντονίζω

συντρέχω

συντρίβομαι

συντρίβω

συντριφτήκανε

συνυπολογίζω

συνωμοτώ

συρράπτομαι

συρράπτω

συρρέω

συσκέπτομαι

συσπειρώνω

συσσωρεύω

συστήνω

συσχετίζω

συχνάζω

σφάλλω

σφίγγω

σφαδάζω

σφαλιαρίζω

σφιχταγκαλιάζομαι

σφιχταγκαλιάζω

σφραγίζω

σφυρίζομαι

σφυρίζω

σφυρηλατώ

σφύζω

σχίζομαι

σχεδιάζω

σχετίζω

σχηματίζομαι

σχηματίζω

σχολιάζω

σωπαίνω

σύρομαι

σύρω

σώζω

τέμνω

τέρπομαι

τέρπω

ταΐζω

ταιριάζω

τακτοποιούμαι

τακτοποιώ

ταλαιπωρημένος

ταλαιπωρώ

ταλαντεύομαι

ταξιδεύω

ταπεινώνομαι

ταπεινώνω

ταράζω

ταριχεύομαι

ταριχεύω

ταυτολογώ

ταχυδρομώ

τείνω

τεκμηριώνω

τελειοποιώ

τελειώνομαι

τελειώνω

τελεσμένος

τελώ

τεμαχίζω

τεμπελιάζω

τερματίζω

τερματίσει

τεταμένος

τετραγωνίζω

τετριμμένος

τζους

τηγανίζω

τηλεφωνιέμαι

τηλεφωνώ

τηρώ

τιμάω

τιμωρώ

τινάζω

τιτιβίζω

το βάζω στα πόδια

το σκάω

τολμάω

τονίζω

τοποθετημένος

τοποθετώ

τρέμω

τρέπομαι

τρέπω

τρέφω

τρέχω

τρέχων

τρίβομαι

τρίβω

τρίζω

τραβάω

τραβηγμένος

τραγανίζω

τραγουδάω

τραγουδημένος

τραγουδιέμαι

τραγουδισμένος

τρακάρω

τρακαρισμένος

τραπεζώνω

τραυματίζω

τρελαίνομαι

τρελαίνω

τρεχούμενος

τριγυρνώ

τριμμένος

τρομάζω

τρομοκρατημένος

τρομοκρατούμαι

τρομοκρατώ

τροποποιώ

τροφοδοτώ

τρυγώ

τρυπάω

τρυπημένος

τρώω

τσακίζω

τσακώνομαι

τσακώνω

τσαμπουνάω

τσατίζω

τσεκάρομαι

τσεκάρω

τσεπώνω

τσιγαρίζω

τσιμπάω

τσιμπιέμαι

τσιμπουκώνω

τσουγκρίζω

τσουγκρανίζω

τσουρουφλίζω

τσούζω

τυλίγομαι

τυλίγω

τυλιγμένος

τυπώνω

τυραννάω

τυραννιέμαι

τυφλώνω

τυχαίνω

υιοθετούμαι

υιοθετώ

υμνώ

υπάρχω

υπαγορεύομαι

υπαγορεύω

υπαινίσσομαι

υπακούω

υπενθυμίζω

υπερασπίζομαι

υπερασπίζω

υπερβάλλω

υπερισχύω

υπερνικώ

υπερτιμημένος

υπερτιμώ

υπερυψώνω

υπερφορτώνομαι

υπερφορτώνω

υπερχειλίζω

υπηρετώ

υποβάλλω

υποβαστάζω

υποβλέπω

υποβοηθούμενος

υπογράφομαι

υπογράφω

υπογραμμίζω

υποδέχομαι

υποδαυλίζω

υποδουλώνω

υποδύομαι

υποθάλπομαι

υποθάλπω

υποθέτω

υποθηκευμένος

υποθηκεύω

υποκλέπτομαι

υποκλέπτω

υποκρύπτω

υποκύπτω

υπολήπτομαι

υπολείπομαι

υπολογίζομαι

υπολογίζω

υπολογισμένος

υπομένω

υπομειδιώ

υπονοώ

υποπτεύομαι

υποσκάπτομαι

υποσκάπτω

υποστηρίζω

υποτάσσω

υποτιμώ

υποφέρω

υποχρεώνω

υποχωρώ

υποψιάζομαι

υποψιάζω

υπόστηκα

υπόσχομαι

υστερώ

υφίσταμαι

υφαίνω

υψωμένος

υψώνω

φέγγει

φέγγω

φέρνομαι

φέρνω

φέρομαι

φέρω

φαίνομαι

φαγουρίζω

φαλιρίζω

φανερώνω

φαντάζομαι

φαντάζω

φαρδαίνω

φαρμακώνω

φασκιώνω

φασώνομαι

φερκόν

φεύγω

φημίζομαι

φθείρω

φιλάω

φιλημένος

φιλιέμαι

φιλοδοξώ

φιλοξενούμενος

φιλοξενώ

φιλοσοφώ

φιξάρομαι

φιξάρω

φλέγω

φλερτάρω

φλιπάρω

φοβάμαι

φοβίζω

φονεύω

φοράω

φοράω κέρατα

φορεμένος

φοροδιαφεύγω

φοροκλέπτω

φορολογούμενος

φορολογώ

φορτώνω

φουμάρω

φουσκώνω

φράζομαι

φράζω

φρενάρω

φρενιάζω

φρεσκάρομαι

φρεσκάρω

φροντίζω

φρουρώ

φρυγανίζω

φτάνω

φταίω

φτερνίζομαι

φτερουγίζω

φτιάχνομαι

φτιάχνω

φτύνω

φυγαδεύω

φυγομαχώ

φυγοπονώ

φυλάγομαι

φυλάσσομαι

φυλάσσω

φυλάω

φυλαγμένος

φυλακίζω

φυλλομετρημένος

φυλλομετρώ

φυσάω

φυτεύομαι

φυτεύω

φυτρώνω

φωλιάζω

φωνάζω

φωσφορίζω

φωτίζω

φωτογραφίζομαι

φωτογραφίζω

φωτογραφούμαι

φύομαι

χάνομαι

χάνω

χάφτω

χέζομαι

χέζω

χέλω

χαίρομαι

χαίρω

χαζεύω

χαιρετάω

χαλάω

χαλαρώνω

χαλασμένος

χαλκοκολλώ

χαμένος

χαμηλώνω

χαμογελάω

χαράζει

χαράζομαι

χαράζω

χαρίζομαι

χαρίζω

χαρακτηρίζω

χαραμίζω

χαροποιώ

χαρούμενος

χαρχαλεύω

χασμουριέμαι

χασομερώ

χαστουκίζω

χαχανίζω

χαϊδεύομαι

χαϊδεύω

χειρίζομαι

χειροκροτώ

χειρονομώ

χειροτερεύω

χειροτονώ

χεσμένος

χιονίζει

χιονίζω

χλευάζω

χλιμιντρίζω

χλωμιάζω

χοντραίνω

χορεύω

χορογραφώ

χοροστατώ

χορταίνω

χορταριάζω

χρίω

χρειάζομαι

χρεώνομαι

χρεώνω

χρηματίζομαι

χρηματίζω

χρηματοδοτώ

χρησιμεύω

χρησιμοποιημένος

χρησιμοποιούμαι

χρησιμοποιώ

χρονίζω

χρονολογώ

χρονοτριβώ

χρωματίζω

χρωστάω

χτίζω

χτενίζω

χτικιάζω

χτυπάω

χτυπημένος

χυλώνω

χωλαίνω

χωνεύω

χωράω

χωρίζω

χωρισμένος

χύνω

ψάχνομαι

ψάχνω

ψέγω

ψέλνω

ψήνω

ψαλμένος

ψαρεύω

ψευδίζω

ψεύδομαι

ψηλώνω

ψημένος

ψηφίζω

ψηφισμένος

ψιθυρίζω

ψιλοβρέχει

ψιλοκομμένος

ψιλοκόβομαι

ψιλοκόβω

ψιχαλίζει

ψοφάω

ψυχαγωγημένος

ψυχαγωγώ

ψυχαναλύω

ψυχοπλακώνω

ψυχραίνω

ψωνίζω

ψύχω

ωθούμαι

ωθώ

ωριμάζω

ωρύομαι

ωφελούμαι

ωφελώ

ωχριώ

ἀνέγραψα

ἀναγράφομαι

ἀναστρέφομαι

ἀνιδρύομαι

ἐγκαθιδρύομαι

ἐκωλύθην

ἐνέγραψα

ἐπέστρεψα

ἐπιστρέφομαι

ἑορτάζομαι

ἔστρεψα

ἤγγισα

ὑπέγραψα

ὑπεγράφην

ὑπογράφομαι